die Ansteckung

Ορισμός και σημασία του "ansteckung"στα γερμανικά

Die Ansteckung
[gender: feminine]
01

μετάδοση, μόλυνση

Die Übertragung einer Krankheit von einer Person auf eine andere
die Ansteckung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ansteckung
πληθυντικός τύπος
Ansteckungen
Παραδείγματα
Gute Hygiene schützt vor Ansteckung.
Η καλή υγιεινή προστατεύει από τη μόλυνση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store