Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ansteckung
01
μετάδοση, μόλυνση
Die Übertragung einer Krankheit von einer Person auf eine andere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ansteckung
πληθυντικός τύπος
Ansteckungen
Παραδείγματα
Die Ansteckung erfolgte durch engen Kontakt.
Η μόλυνση συνέβη μέσω στενής επαφής.



























