anstoßen
Pronunciation
/ˈanʃtoːsən/

Ορισμός και σημασία του "anstoßen"στα γερμανικά

anstoßen
01

πίνω στην υγειά, χτυπώ ποτήρια

Mit Gläsern zueinander klirren, um auf etwas zu trinken
anstoßen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
stoßen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stoße an
γ΄ ενικό πρόσωπο
stößt an
ενεστώτα μετοχή
anstoßend
απλός αόριστος
stieß an
παθητική μετοχή
angestoßen
Παραδείγματα
Wir haben auf das neue Jahr angestoßen.
Κάνουμε πρόποση για το νέο έτος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store