anstoßen
ans
ˈanʃ
ansh
to
to:
to
ßen
sən
sēn
anstehen

Ορισμός και σημασία του "anstoßen"στα γερμανικά

anstoßen
01

πίνω στην υγειά, χτυπώ ποτήρια

Mit Gläsern zueinander klirren, um auf etwas zu trinken 
anstoßen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
stoßen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stoße an
γ΄ ενικό πρόσωπο
stößt an
ενεστώτα μετοχή
anstoßend
απλός αόριστος
stieß an
παθητική μετοχή
angestoßen
Παραδείγματα
Wir stoßen auf deinen Erfolg an! 

Πίνουμε στην επιτυχία σας!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store