Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anstellen
01
ανάβω, θέτω σε λειτουργία
Ein Gerät in Betrieb nehmen
Παραδείγματα
Ich stelle die Waschmaschine an.
Ενεργοποιώ σε λειτουργία το πλυντήριο.
02
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemanden in ein Arbeitsverhältnis nehmen
Παραδείγματα
Wir haben einen neuen Lehrer angestellt.
Προσλάβαμε έναν νέο δάσκαλο.
03
στέκομαι στην ουρά, παίρνω σειρά
Sich in eine Warteschlange einreihen
Παραδείγματα
Wir mussten uns lange anstellen.
Έπρεπε να περιμένουμε στην ουρά για πολύ καιρό.
04
τοποθετώ, βάζω
Etwa an einer bestimmten Position platzieren
Παραδείγματα
Er stellte das Buch ins Regal an.
Αυτός τοποθέτησε το βιβλίο στο ράφι.


























