Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anstellen
01
ανάβω, θέτω σε λειτουργία
Ein Gerät in Betrieb nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle an
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt an
ενεστώτα μετοχή
anstellend
απλός αόριστος
stellte an
παθητική μετοχή
angestellt
Παραδείγματα
Kannst du das Licht anstellen?
Μπορείς να ανάψεις το φως ;
02
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemanden in ein Arbeitsverhältnis nehmen
Παραδείγματα
Die Firma stellt neue Mitarbeiter an.
Η εταιρεία προσλαμβάνει νέους υπαλλήλους.
03
στέκομαι στην ουρά, παίρνω σειρά
Sich in eine Warteschlange einreihen
Παραδείγματα
Die Leute stellen sich für Tickets an.
Οι άνθρωποι κάνουν ουρά για εισιτήρια.
04
τοποθετώ, βάζω
Etwa an einer bestimmten Position platzieren
Παραδείγματα
Stell die Flasche auf den Tisch an.
Βάλε το μπουκάλι στο τραπέζι.



























