Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anstecken
01
μολύνω, μεταδίδω
Jemanden mit einer Krankheit infizieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
stecken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stecke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
steckt an
ενεστώτα μετοχή
ansteckend
απλός αόριστος
steckte an
παθητική μετοχή
angesteckt
Παραδείγματα
Viren können andere Menschen anstecken.
Οι ιοί μπορούν να μολύνουν άλλα άτομα.
02
μολύνομαι
Sich mit einer Krankheit infizieren
Παραδείγματα
Kinder stecken sich leicht in der Schule an.
Τα παιδιά μολύνονται εύκολα από ασθένειες στο σχολείο.



























