der Anspruch
Pronunciation
/ˈanˌʃpʀʊχ/

Ορισμός και σημασία του "anspruch"στα γερμανικά

01

αξίωση, διεκδίκηση

Etwas, das man rechtlich oder moralisch verlangen kann
der Anspruch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anspruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Ansprüche
Παραδείγματα
Die Studie erhebt den Anspruch, objektiv zu sein.
Η μελέτη διεκδικεί να είναι αντικειμενική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store