Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anspruch
01
αξίωση, διεκδίκηση
Etwas, das man rechtlich oder moralisch verlangen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ansprüche
γενική πτώση
Anspruch(e)s
Παραδείγματα
Er hat einen Anspruch auf Schadenersatz.
Έχει δικαίωμα σε αποζημίωση.
LanGeek



























