Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anspruch
01
αξίωση, διεκδίκηση
Etwas, das man rechtlich oder moralisch verlangen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anspruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Ansprüche
Παραδείγματα
Die Studie erhebt den Anspruch, objektiv zu sein.
Η μελέτη διεκδικεί να είναι αντικειμενική.



























