Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Anspielung
01
υπαινιγμός, νύξη
Eine indirekte Bemerkung, die auf etwas Bestimmtes hindeutet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Anspielung
πληθυντικός τύπος
Anspielungen
Παραδείγματα
Die Anspielung im Film verstand nur, wer das Buch kannte.
Μόνο όσοι γνώριζαν το βιβλίο κατάλαβαν την υπαινιγμό στην ταινία.



























