ansehen
an
ˈan
an
se
ˌse:
se
hen
ən
ēn
anstehenabsehenangehen

Ορισμός και σημασία του "ansehen"στα γερμανικά

ansehen
01

βλέπω, παρατηρώ

Etwas bewusst betrachten oder besuchen 
ansehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht an
ενεστώτα μετοχή
ansehend
απλός αόριστος
sah an
παθητική μετοχή
angesehen
Παραδείγματα
Ich sehe mir einen Film an. 

Βλέπω μια ταινία.

02

κοιτάζω, παρατηρώ

Mit einem bestimmten Blick oder Ausdruck betrachten 
ansehen definition and meaning
Παραδείγματα
Er sah mich verwundert an. 

Με κοίταξε με έκπληξη.

03

θεωρώ, αξιολογώ

Etwas in einer bestimmten Weise bewerten oder einstufen 
ansehen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich sehe das als Beleidigung an. 

Εγώ θεωρώ αυτό ως προσβολή.

01

φήμη, εκτίμηση

Der Ruf oder die Wertschätzung, die jemand oder etwas genießt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ansehens
Παραδείγματα
Sein Ansehen ist durch den Skandal gesunken. 

Η φήμη του μειώθηκε λόγω του σκανδάλου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store