Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ansehen
01
βλέπω, παρατηρώ
Etwas bewusst betrachten oder besuchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht an
ενεστώτα μετοχή
ansehend
απλός αόριστος
sah an
παθητική μετοχή
angesehen
Παραδείγματα
Ich sehe mir einen Film an.
Βλέπω μια ταινία.
02
κοιτάζω, παρατηρώ
Mit einem bestimmten Blick oder Ausdruck betrachten
Παραδείγματα
Er sah mich verwundert an.
Με κοίταξε με έκπληξη.
03
θεωρώ, αξιολογώ
Etwas in einer bestimmten Weise bewerten oder einstufen
Παραδείγματα
Ich sehe das als Beleidigung an.
Εγώ θεωρώ αυτό ως προσβολή.
Das Ansehen
01
φήμη, εκτίμηση
Der Ruf oder die Wertschätzung, die jemand oder etwas genießt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ansehens
Παραδείγματα
Sein Ansehen ist durch den Skandal gesunken.
Η φήμη του μειώθηκε λόγω του σκανδάλου.



























