Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Anschreiben
[gender: neuter]
01
επιστολή υποβολής αίτησης, επιστολή κίνητρου
Ein kurzer Brief bei einer Bewerbung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Anschreibens
πληθυντικός τύπος
Anschreiben
Παραδείγματα
Das Anschreiben ist kurz und klar.
Η επιστολή υποβολής αίτησης είναι σύντομη και σαφής.
anschreiben
[past form: schrieb an][phrase form: schreiben]
01
γράφω σε
jemandem schriftlich kontaktieren oder einen Brief an jemanden verfassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schreibe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreibt an
ενεστώτα μετοχή
anschreibend
απλός αόριστος
schrieb an
παθητική μετοχή
angeschrieben
Παραδείγματα
Er wurde offiziell von der Behörde angeschrieben.
Επίσημα γράφτηκε από την αρχή.



























