Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anschluss
01
σύνδεση, σύνδεσμος
Eine Verbindung zu etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anschlusses
πληθυντικός τύπος
Anschlüsse
Παραδείγματα
Der Anschluss an das Stromnetz ist wichtig.
Η σύνδεση στο ηλεκτρικό δίκτυο είναι σημαντική.
02
κοινωνική σύνδεση, κοινωνική σχέση
Soziale Beziehung
Παραδείγματα
Er sucht Anschluss an die Gemeinschaft.
Αναζητά τη σύνδεση με την κοινότητα.



























