der anschluss
an
ˈan
an
schluss
ʃlʊs
shloos
Anschluß

Ορισμός και σημασία του "anschluss"στα γερμανικά

01

σύνδεση, σύνδεσμος

Eine Verbindung zu etwas 
der Anschluss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anschlusses
πληθυντικός τύπος
Anschlüsse
Παραδείγματα
Der Anschluss an das Stromnetz ist wichtig. 

Η σύνδεση στο ηλεκτρικό δίκτυο είναι σημαντική.

02

κοινωνική σύνδεση, κοινωνική σχέση

Soziale Beziehung 
der Anschluss definition and meaning
Παραδείγματα
Er sucht Anschluss an die Gemeinschaft. 

Αναζητά τη σύνδεση με την κοινότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store