Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ansage
[gender: feminine]
01
ανακοίνωση, δήλωση
Eine offizielle Mitteilung, die öffentlich bekanntgegeben wird
Παραδείγματα
Die Ansage wiederholt sich dreimal.
Η ανακοίνωση επαναλαμβάνεται τρεις φορές.


























