Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anrühren
01
αγγίζω
Mit den Fingern oder Händen etwas berühren, oft mit leichter Bewegung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
rühren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rühre an
γ΄ ενικό πρόσωπο
rührt an
ενεστώτα μετοχή
anrührend
απλός αόριστος
rührte an
παθητική μετοχή
angerührt
Παραδείγματα
Rühr die Sachen auf dem Tisch nicht an!
Μην αγγίζεις τα πράγματα στο τραπέζι !
02
συγκινώ, αγγίζω
Gefühle wie Rührung oder Mitleid hervorrufen
Παραδείγματα
Ihre Geschichte rührte alle Zuhörer an.
Η ιστορία της συγκίνησε όλους τους ακροατές.



























