anrufen
an
ˈan
an
rufen
ʁu:fɱ
roofm
abrufen

Ορισμός και σημασία του "anrufen"στα γερμανικά

anrufen
01

τηλεφωνώ, καλώ

Anrufen bedeutet, jemanden per Telefon zu kontaktieren 
anrufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
rufen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rufe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruft an
ενεστώτα μετοχή
anrufend
απλός αόριστος
rief an
παθητική μετοχή
angerufen
Παραδείγματα
Ich werde dich morgen anrufen. 

Θα σε τηλεφωνήσω αύριο.

02

καλώ, ζητώ τη βοήθεια

jemanden bitten, aktiv zu helfen oder vermittelnd einzugreifen 
Παραδείγματα
In dieser Situation mussten wir einen Anwalt anrufen. 

Σε αυτήν την κατάσταση, έπρεπε να καλέσουμε έναν δικηγόρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store