Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anpassen
01
προσαρμόζω
Sein Verhalten oder sich selbst ändern, um besser zu einer Situation oder Umgebung zu passen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
passen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
passe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
passt an
ενεστώτα μετοχή
anpassend
απλός αόριστος
passte an
παθητική μετοχή
angepasst
Παραδείγματα
Sie hat sich gut an das neue Team angepasst.
Εκείνη προσαρμόστηκε καλά στη νέα ομάδα.
02
-, -
Παραδείγματα
Wir können unsere Lösungen jedem Bedarf anpassen.



























