Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
annehmen
01
υποθέτω, υποπτεύομαι
Etwas als wahrscheinlich oder richtig vermuten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme an
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt an
ενεστώτα μετοχή
annehmend
απλός αόριστος
nahm an
παθητική μετοχή
angenommen
Παραδείγματα
Ich nehme an, dass er heute kommt.
Υποθέτω ότι θα έρθει σήμερα.
02
αποδέχομαι, λαμβάνω
Etwas akzeptieren oder akzeptiert bekommen
Παραδείγματα
Ich nehme das Geschenk gerne an.
Δέχομαι με χαρά το δώρο.



























