anmelden
an
ˈan
an
mel
mɛl
mel
den
dən
dēn

Ορισμός και σημασία του "anmelden"στα γερμανικά

sich anmelden
01

εγγραφή, καταχώριση

Sich offiziell für etwas eintragen
sich anmelden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
melden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
melde an
γ΄ ενικό πρόσωπο
meldet an
ενεστώτα μετοχή
anmeldend
απλός αόριστος
meldete an
παθητική μετοχή
angemeldet
Παραδείγματα
Hast du dich schon angemeldet?
Έχεις ήδη εγγραφεί;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store