Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anmachen
01
ανάβω, ενεργοποιώ
Etwas einschalten, damit es funktioniert oder leuchtet
Παραδείγματα
Wir machen das Radio an.
Ανοίγουμε το ραδιόφωνο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανάβω, ενεργοποιώ