anmachen
an
ˈan
αν
machen
maxn
μαχν
anfachenanlachen

Ορισμός και σημασία του "anmachen"στα γερμανικά

anmachen
01

ανάβω, ενεργοποιώ

Etwas einschalten, damit es funktioniert oder leuchtet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache an
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht an
ενεστώτα μετοχή
anmachend
απλός αόριστος
machte an
παθητική μετοχή
angemacht
Παραδείγματα
Ich mache das Licht an. 

Ανάβω το φως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store