Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anmachen
01
ανάβω, ενεργοποιώ
Etwas einschalten, damit es funktioniert oder leuchtet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache an
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht an
ενεστώτα μετοχή
anmachend
απλός αόριστος
machte an
παθητική μετοχή
angemacht
Παραδείγματα
Wir machen das Radio an.
Ανοίγουμε το ραδιόφωνο.



























