Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anlocken
01
προσελκύω, γοητεύω
Jemanden oder etwas durch attraktive Angebote oder Reize gezielt zu sich hin bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
locken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
locke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
lockt an
ενεστώτα μετοχή
anlockend
απλός αόριστος
lockte an
παθητική μετοχή
angelockt
Παραδείγματα
Die App lockte Millionen Nutzer mit kostenlosen Features an.
Η εφαρμογή προσέλκυσε εκατομμύρια χρήστες με δωρεάν λειτουργίες.



























