Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Anlage
01
εγκατάσταση, εξοπλισμός
Ein gebautes oder technisches System
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Anlagen
γενική πτώση
Anlage
Παραδείγματα
Die neue Sportanlage hat einen Pool und Tennisplätze.
Η νέα αθλητική εγκατάσταση έχει πισίνα και γήπεδα τένις.
02
συνημμένο, παράρτημα
Ein Dokument, das einer Nachricht beigefügt ist
Παραδείγματα
Die Anlagen zum Vertrag fehlen.
Τα συνημμένα της σύμβασης λείπουν.
03
συσκευή, σύνεργο
Ein technisches Gerät oder System
Παραδείγματα
Unsere Heizungsanlage ist kaputt.
Το σύστημα θέρμανσής μας είναι χαλασμένο.
LanGeek



























