Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angespannt
01
τεταμένος, συγκεντρωμένος
Mit intensiver Konzentration oder unter Druck stehend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am angespanntesten
συγκριτικός βαθμός
angespannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Anwalt verfolgte die Zeugenaussage mit angespannter Konzentration.
Ο δικηγόρος παρακολούθησε τη μαρτυρία με τεταμένη συγκέντρωση.
02
τεταμένος, νευρικός
In einem Zustand von Nervosität, Stress oder schwierigen Bedingungen sein
Παραδείγματα
Trotz ihrer angespannten finanziellen Lage lud sie mich ins Restaurant ein.
Παρά την τεταμένη οικονομική της κατάσταση, με προσκάλεσε στο εστιατόριο.



























