angesehen
Pronunciation
/ˈanɡəˌzeːən/

Ορισμός και σημασία του "angesehen"στα γερμανικά

01

σεβαστός, αξιοσέβαστος

Von anderen respektiert und geachtet aufgrund von Leistung, Status oder Integrität
angesehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am angesehensten
συγκριτικός βαθμός
angesehener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Firma genießt als angesehener Arbeitgeber einen guten Ruf.
Η εταιρεία απολαμβάνει καλή φήμη ως σεβαστός εργοδότης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store