Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angehend
01
μελλοντικός, αποσκοπών
Jemand oder etwas, der/das in der Zukunft eine bestimmte Rolle oder Funktion haben wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Als angehender Künstler braucht man viel Übung.
Ως μελλοντικός καλλιτέχνης, χρειάζεται πολλή εξάσκηση.



























