angebracht
Pronunciation
/ˈanɡəbrˌaxt/

Ορισμός και σημασία του "angebracht"στα γερμανικά

angebracht
01

κατάλληλος, αρμόζων

Passend für eine Situation oder Person
angebracht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am angebrachtesten
συγκριτικός βαθμός
angebrachter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie fand keine angemessenen Worte, um ihr Mitgefühl auszudrücken.
Δεν βρήκε κατάλληλες λέξεις για να εκφράσει τη συμπάθειά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store