angeben
an
ˈan
an
geben
ge:bn
gebn
anhebenangehenabgeben

Ορισμός και σημασία του "angeben"στα γερμανικά

angeben
01

δηλώνω, υποδεικνύω

Etwas mitteilen oder sagen, besonders offiziell oder genau 
angeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt an
ενεστώτα μετοχή
angebend
απλός αόριστος
gab an
παθητική μετοχή
angegeben
Παραδείγματα
Bitte geben Sie Ihren Namen an. 

Παρακαλώ αναφέρετε το όνομά σας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store