Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anfassen
01
αγγίζω, ακουμπώ
Etwas mit der Hand berühren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
fassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fasse an
γ΄ ενικό πρόσωπο
fasst an
ενεστώτα μετοχή
anfassend
απλός αόριστος
fasste an
παθητική μετοχή
angefasst
Παραδείγματα
Kinder lieben es, neue Dinge anzufassen.
Τα παιδιά αγαπούν να αγγίζουν νέα πράγματα.
02
αντιμετωπίζω, συμπεριφέρομαι
Jemanden oder etwas auf eine bestimmte Weise behandeln oder mit ihm umgehen
Παραδείγματα
Wir müssen die Kunden freundlich anfassen.
Πρέπει να αγγίζουμε τους πελάτες φιλικά.



























