anfangen
Pronunciation
/ˈanˌfaŋən/

Ορισμός και σημασία του "anfangen"στα γερμανικά

anfangen
01

αρχίζω, ξεκινώ

Mit einer Tätigkeit oder einem Prozess beginnen
anfangen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
fangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fange an
γ΄ ενικό πρόσωπο
fängt an
ενεστώτα μετοχή
anfangend
απλός αόριστος
fing an
παθητική μετοχή
angefangen
Παραδείγματα
Das Konzert fängt gleich an.
Η συναυλία πρόκειται να ξεκινήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store