Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anfangen
01
αρχίζω, ξεκινώ
Mit einer Tätigkeit oder einem Prozess beginnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
fangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fange an
γ΄ ενικό πρόσωπο
fängt an
ενεστώτα μετοχή
anfangend
απλός αόριστος
fing an
παθητική μετοχή
angefangen
Παραδείγματα
Das Konzert fängt gleich an.
Η συναυλία πρόκειται να ξεκινήσει.



























