anfangen
an
ˈan
an
fan
fan
fan
gen
gən
gēn
anfahrenanfassenanfallenanfragen

Ορισμός και σημασία του "anfangen"στα γερμανικά

anfangen
01

αρχίζω, ξεκινώ

Mit einer Tätigkeit oder einem Prozess beginnen 
anfangen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
fangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fange an
γ΄ ενικό πρόσωπο
fängt an
ενεστώτα μετοχή
anfangend
απλός αόριστος
fing an
παθητική μετοχή
angefangen
Παραδείγματα
Wann fängt der Film an? 

Πότε ξεκινά η ταινία;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store