der anfang
an
ˈan
an
fang
fang
fang
anhang

Ορισμός και σημασία του "anfang"στα γερμανικά

01

αρχή, ξεκίνημα

Der erste Moment oder Teil von etwas 
der Anfang definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anfang(e)s
πληθυντικός τύπος
Anfänge
Παραδείγματα
Der Anfang war schwer. 

Η αρχή ήταν δύσκολη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store