Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anfang
01
αρχή, ξεκίνημα
Der erste Moment oder Teil von etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Anfänge
γενική πτώση
Anfang(e)s
Παραδείγματα
Der Anfang war schwer.
Η αρχή ήταν δύσκολη.
LanGeek



























