andenken
an
ˈan
an
denken
dɛnkn
denkn
andeuten

Ορισμός και σημασία του "andenken"στα γερμανικά

andenken
01

σκέφτομαι, λαμβάνω υπόψη

Eine erste Idee oder Absicht entwickeln 
andenken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
denken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
denke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
denkt an
ενεστώτα μετοχή
andenkend
απλός αόριστος
dachte an
παθητική μετοχή
angedacht
Παραδείγματα
Ich denke gerade an, umzuziehen. 

Σκέφτομαι να μετακομίσω.

01

ενθύμιο, αναμνηστικό

Ein Gegenstand oder Erinnerung, der/die an eine Person, einen Ort oder ein Ereignis erinnert 
das Andenken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Andenkens
πληθυντικός τύπος
Andenken
Παραδείγματα
Sie kaufte ein Andenken aus Paris. 

Αγόρασε ένα αναμνηστικό από το Παρίσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store