an sein
an
an
an
sein
saɛ̯n
saen

Ορισμός και σημασία του "an sein"στα γερμανικά

an sein
01

είναι ανοιχτό, λειτουργεί

Etwas läuft oder funktioniert und ist nicht ausgeschaltet 
an sein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin an
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist an
ενεστώτα μετοχή
an seiend
απλός αόριστος
an war
παθητική μετοχή
an gewesen
Παραδείγματα
Das Licht ist an. 

Το φως είναι ανάμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store