Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
an sein
01
είναι ανοιχτό, λειτουργεί
Etwas läuft oder funktioniert und ist nicht ausgeschaltet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin an
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist an
ενεστώτα μετοχή
an seiend
απλός αόριστος
an war
παθητική μετοχή
an gewesen
Παραδείγματα
Der Computer ist schon an.
Ο υπολογιστής είναι ήδη ανοιχτός.



























