an sein
Pronunciation
/an zaɪ̯n/

Ορισμός και σημασία του "an sein"στα γερμανικά

an sein
[past form: an war]
01

είναι ανοιχτό, λειτουργεί

Etwas läuft oder funktioniert und ist nicht ausgeschaltet
an sein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin an
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist an
ενεστώτα μετοχή
an seiend
απλός αόριστος
an war
παθητική μετοχή
an gewesen
Παραδείγματα
Der Computer ist schon an.
Ο υπολογιστής είναι ήδη ανοιχτός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store