amüsant
Pronunciation
/amyˈzant/

Ορισμός και σημασία του "amüsant"στα γερμανικά

01

διασκεδαστικός, αστείος

Unterhaltsam und lustig
amüsant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am amüsantesten
συγκριτικός βαθμός
amüsanter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Vortrag war nicht nur informativ, sondern auch amüsant.
Η διάλεξη δεν ήταν μόνο ενημερωτική, αλλά και διασκεδαστική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store