Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amüsant
01
διασκεδαστικός, αστείος
Unterhaltsam und lustig
Παραδείγματα
Der Vortrag war nicht nur informativ, sondern auch amüsant.
Η διάλεξη δεν ήταν μόνο ενημερωτική, αλλά και διασκεδαστική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διασκεδαστικός, αστείος