Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aktuell
01
επικαιριος, τρέχων
Der momentanen Situation entsprechend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am aktuellsten
συγκριτικός βαθμός
aktueller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Diskussion betrifft ein aktuelles Thema.
Η συζήτηση αφορά ένα επικαιρικό θέμα.



























