abtun
ab
ˈap
ap
tun
tu:n
toon
antun

Ορισμός και σημασία του "abtun"στα γερμανικά

01

απορρίπτω, δεν παίρνω στα σοβαρά

Etwas als unwichtig oder falsch ansehen und nicht ernst nehmen 
abtun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
tun
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut ab
ενεστώτα μετοχή
abtuend
απλός αόριστος
tat ab
παθητική μετοχή
abgetan
Παραδείγματα
Er tut ihre Sorgen einfach ab. 

Απλώς απορρίπτει τις ανησυχίες της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store