Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abtun
01
απορρίπτω, δεν παίρνω στα σοβαρά
Etwas als unwichtig oder falsch ansehen und nicht ernst nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
tun
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut ab
ενεστώτα μετοχή
abtuend
απλός αόριστος
tat ab
παθητική μετοχή
abgetan
Παραδείγματα
Lass das nicht so leicht abtun!
Μην το απορρίπτεις τόσο εύκολα!



























