die abtei
ab
ˈap
ap
tei
taɪ
tai

Ορισμός και σημασία του "abtei"στα γερμανικά

01

αββαείο, μοναστήρι

Ein Kloster oder eine Gemeinschaft von Mönchen oder Nonnen, oft mit einer großen Kirche 
die Abtei definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Abteien
γενική πτώση
Abtei
Παραδείγματα
Die Abtei wurde vor mehreren Jahrhunderten gegründet. 

Η μονή ιδρύθηκε πριν από αρκετούς αιώνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store