Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Abstand
01
απόσταση, διάστημα
Die Entfernung oder Distanz zwischen zwei Dingen oder Personen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Abstand(e)s
πληθυντικός τύπος
Abstände
Παραδείγματα
Der kürzeste Abstand zwischen zwei Punkten ist eine gerade Linie.
Η μικρότερη απόσταση μεταξύ δύο σημείων είναι μια ευθεία γραμμή.



























