Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abschließen
01
ολοκληρώνω, τελειώνω
Etwas vollständig beenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
schließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt ab
ενεστώτα μετοχή
abschließend
απλός αόριστος
schloss ab
παθητική μετοχή
abgeschlossen
Παραδείγματα
Ich schließe meine Arbeit ab.
Ολοκληρώνω τη δουλειά μου.
02
κλειδώνω, κλειδώνω με κλειδί
Mit einem Schlüssel sichern
Παραδείγματα
Ich schließe die Tür ab.
Εγώ κλειδώνω την πόρτα.
03
υπογράφω, ολοκληρώνω
Einen Vertrag oder eine Vereinbarung machen
Παραδείγματα
Wir schließen einen Vertrag ab.
Εμείς συνάπτουμε ένα συμβόλαιο.



























