der Absatz
Pronunciation
/ˈapˌzaʦ/

Ορισμός και σημασία του "absatz"στα γερμανικά

01

παράγραφος, απόσπασμα

Ein Abschnitt in einem Text, meist mit neuer Idee
der Absatz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Absatzes
πληθυντικός τύπος
Absätze
Παραδείγματα
Bitte schreibe mindestens drei Absätze.
Παρακαλώ γράψτε τουλάχιστον τρεις παραγράφους.
02

τακούνι, πίσω μέρος της σόλας του παπουτσιού

der hintere, meist erhöhte Teil eines Schuhs unter der Ferse
Παραδείγματα
Der Absatz brach plötzlich ab.
Η τακούνια έσπασε ξαφνικά.
03

πωλήσεις, όγκος πωλήσεων

die Menge der verkauften Waren oder Dienstleistungen
Παραδείγματα
Der Absatz neuer Modelle ist hoch.
Οι πωλήσεις των νέων μοντέλων είναι υψηλές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store