der absatz
ab
ˈap
ap
satz
sats
sats
ansatz

Ορισμός και σημασία του "absatz"στα γερμανικά

01

παράγραφος, απόσπασμα

Ein Abschnitt in einem Text, meist mit neuer Idee 
der Absatz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Absätze
γενική πτώση
Absatzes
Παραδείγματα
Jeder Absatz beginnt mit einem Einzug. 

Κάθε παράγραφος ξεκινά με εσοχή.

02

τακούνι, πίσω μέρος της σόλας του παπουτσιού

der hintere, meist erhöhte Teil eines Schuhs unter der Ferse 
Παραδείγματα
Der Absatz des Schuhs ist sehr hoch. 

Η φτέρνα του παπουτσιού είναι πολύ ψηλή.

03

πωλήσεις, όγκος πωλήσεων

die Menge der verkauften Waren oder Dienstleistungen 
Παραδείγματα
Der Absatz des Produkts ist gestiegen. 

Η πώληση του προϊόντος έχει αυξηθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store