die abrüstung
ab
ˈap
ap
rüs
ʁʏs
rus
tung
tʊng
toong

Ορισμός και σημασία του "abrüstung"στα γερμανικά

Die Abrüstung
01

αφοπλισμός, μείωση των όπλων

Der Prozess, bei dem Waffen reduziert oder vernichtet werden 
die Abrüstung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Abrüstungen
γενική πτώση
Abrüstung
Παραδείγματα
Die Abrüstung soll den Frieden fördern. 

Ο αφοπλισμός προορίζεται να προωθήσει την ειρήνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store