die Abrüstung
Pronunciation
/ˈapʀʏstʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "abrüstung"στα γερμανικά

Die Abrüstung
[gender: feminine]
01

αφοπλισμός, μείωση των όπλων

Der Prozess, bei dem Waffen reduziert oder vernichtet werden
die Abrüstung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Abrüstung
πληθυντικός τύπος
Abrüstungen
Παραδείγματα
Die Abrüstung ist ein wichtiges Thema in der Politik.
Ο αφοπλισμός είναι ένα σημαντικό θέμα στην πολιτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store