Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abraten
01
αποθαρρύνω, αποτρέπω
Jemandem von einer Handlung oder Entscheidung abraten, weil man sie für falsch oder gefährlich hält
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
raten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rate ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
rät ab
ενεστώτα μετοχή
abratend
απλός αόριστος
riet ab
παθητική μετοχή
abgeraten
Παραδείγματα
Ich rate dir ab, bei dem schlechten Wetter zu fahren.
Σου συμβουλεύω να μην οδηγήσεις σε αυτόν τον κακό καιρό.



























