Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abmühen
01
sich sehr anstrengen, um etwas Schwieriges zu schaffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Du musst dich nicht allein damit abmühen; ich helfe dir.



























