die ablöse
ab
ˈap
απ
lö
lø:
λё
se
sə
σα

Ορισμός και σημασία του "ablöse"στα γερμανικά

01

αποζημίωση, αντιστάθμιση

Geld, das man bezahlt, um etwas zu übernehmen oder zu ersetzen 
die Ablöse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ablösen
γενική πτώση
Ablöse
Παραδείγματα
Die Ablöse für den Spieler war sehr hoch. 

Η ρήτρα εξαγοράς για τον παίκτη ήταν πολύ υψηλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store