Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ablöse
[gender: feminine]
01
αποζημίωση, αντιστάθμιση
Geld, das man bezahlt, um etwas zu übernehmen oder zu ersetzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ablöse
πληθυντικός τύπος
Ablösen
Παραδείγματα
Bei einem Umzug kann eine Ablöse für Möbel fällig werden.
Κατά τη διάρκεια μιας μετακόμισης, μπορεί να οφείλεται αποζημίωση για τα έπιπλα.



























