Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ablenken
01
αποσπώ την προσοχή, παραπλανώ
Die Aufmerksamkeit von etwas weg auf etwas anderes lenken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
lenken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lenke ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
lenkt ab
ενεστώτα μετοχή
ablenkend
απλός αόριστος
lenkte ab
παθητική μετοχή
abgelenkt
Παραδείγματα
Die Werbung soll vom eigentlichen Problem ablenken.
Η διαφήμιση πρέπει να αποσπά την προσοχή από το πραγματικό πρόβλημα.



























