Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ableitung
01
εξαγωγή, παραγωγή
das Gewinnen oder Herausnehmen von etwas aus einer Quelle oder Grundlage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ableitung
πληθυντικός τύπος
Ableitungen
Παραδείγματα
Die Ableitung von Informationen aus den Daten war schwierig.
Η εξαγωγή πληροφοριών από τα δεδομένα ήταν δύσκολη.
02
παράγωγος, παραγώγιση
Die Änderungsrate einer Funktion an einem Punkt
Παραδείγματα
Die Ableitung von f(x) = x² ist 2x.
Η παράγωγος του f(x) = x² είναι 2x.



























