Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ablauf
01
διαδικασία, πορεία
Eine geordnete Folge von Schritten oder Ereignissen, die zu einem Ergebnis führen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Abläufe
γενική πτώση
Ablauf(e)s
Παραδείγματα
Der Ablauf der Veranstaltung ist genau geplant.
Η πορεία της εκδήλωσης είναι ακριβώς σχεδιασμένη.
02
λήξη, προθεσμία
Das Ende eines zeitlich begrenzten Zustands oder Vertrags
Παραδείγματα
Der Ablauf des Visums bereitete ihm Sorgen.
Η λήξη της βίζας του προκάλεσε ανησυχία.



























