die abhängigkeit
abhängigkeit
aphɛngɪkaɪ̯t
aphengikait

Ορισμός και σημασία του "abhängigkeit"στα γερμανικά

Die Abhängigkeit
01

εξάρτηση, υποταγή

Zustand, in dem jemand oder etwas auf etwas anderes angewiesen ist 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Abhängigkeiten
γενική πτώση
Abhängigkeit
Παραδείγματα
Die Abhängigkeit von Technologie nimmt immer mehr zu. 

Η εξάρτηση από την τεχνολογία αυξάνεται όλο και περισσότερο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store