abhängig
ab
ˈap
ap
hän
hɛn
hen
gig
gɪk
gik

Ορισμός και σημασία του "abhängig"στα γερμανικά

01

εξαρτώμενος, υποτελής

In einer Weise, die von etwas oder jemandem abhängt 
abhängig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am abhängigsten
συγκριτικός βαθμός
abhängiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Beziehung, Autonomie
Παραδείγματα
Er ist finanziell von seinen Eltern abhängig. 

Είναι οικονομικά εξαρτημένος από τους γονείς του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store