Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abbiegen
01
στρίβω, γυρίζω
Die Richtung ändern, zum Beispiel an einer Kreuzung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
biegen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
biege ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
biegt ab
ενεστώτα μετοχή
abbiegend
απλός αόριστος
bog ab
παθητική μετοχή
abgebogen
Παραδείγματα
Beim Abbiegen muss man auf Fußgänger achten.
Όταν στρίβεις πρέπει να προσέχεις τους πεζούς.



























