demokratischdiplom
από 4
demokratischdiplom
demokratisch[adj]
demonstration[n]

διαδήλωση,πορεία

demotivieren[v]

αποθαρρύνω,στερώ κίνητρο

demzufolge[adv]

συνεπώς,κατά συνέπεια

den kopf in den sand stecken[phrase]
den kopf verlieren[phrase]
den laden schmeißen[phrase]
denim[n]
denkanstoß[n]
denkbar[adj][adv]

φανταστός,συνεκδοχικός • εξαιρετικά,στο υψηλότερο βαθμό

denken[v]

σκέφτομαι,αναλογίζομαι

denker[n]

στοχαστής,φιλόσοφος

denkfehler[n]

λάθος στο συλλογισμό,λογικό λάθος

denkmal[n]

μνημείο

denkmalschutz[n]
denkverbot[n]
denkvorgang[n]
denkweise[n]
denn[conj]

γιατί, επειδή

dennoch[adv]
deodorant[n]

αποσμητικό,αποσμητικό σώματος

depression[n]

κατάθλιψη,καταθλιπτική διαταραχή

der[det][pron]

το οριστικό άρθρο για αρσενικά ουσιαστικά • εκείνος,αυτός

der tote punkt[phrase]
der zahn der zeit[phrase]
derselbe[pron]

ο ίδιος

derzeit[adv]

επί του παρόντος,αυτή τη στιγμή

derzeitig[adj]
deshalb[adv]

γι' αυτό,επομένως

design[n]

σχεδιασμός,σχέδιο

designer[n]

σχεδιαστής,δημιουργός

designermode[n]
desillusioniert[adj]

απογοητευμένος,απογοητευμένος

desinfektionsmittel[n]
desinteresse[n]
dessert[n]

επιδόρπιο,γλυκό

dessertlöffel[n]

κουτάλι επιδόρπιο,κουτάλι για επιδόρπιο

dessous[n]

εσώρουχα

destabilisieren[v]

αποσταθεροποιώ,κάνω ασταθή

deswegen[adv]

γι' αυτό,επομένως

detail[n]

λεπτομέρεια

detailliert[adj]

λεπτομερής,αναλυτικός

detektiv[n]
detektor[n]
deutlich[adj]

σαφής,ξεκάθαρος

deutlichkeit[n]
deutsch[n][adj]

γερμανικά,γερμανική γλώσσα • γερμανικός,γερμανικός

deutscher[n]

Γερμανός,Γερμανός πολίτης

deutschland[n]

Γερμανία,Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

deutschlandweit[adj]
deutschsprachig[adj]
deutung[n]
devise[n]

σύνθημα

dezember[n]

Δεκέμβριος

dezent[adj]
diabetes[n]
diagnose[n]

διάγνωση,διαγνωστική

diagnostizieren[v]

διαγιγνώσκω,καθορίζω τη διάγνωση

diagramm[n]

διάγραμμα,γράφημα

dialekt[n]

διάλεκτος,ιδίωμα

dialog[n]
dialyse[n]
diamant[n]
diät[n]

δίαιτα,διατροφή

dich[pron]

σε,εσένα

dicht[adj]

αεροστεγής,σφιχτός

dichter[n]

ποιητής,συγγραφέας ποιητικών κειμένων

dichtung[n]

σφραγίδα,στεγανωτικό

dick[adj][adv]
dickschädel[n]
die[det][pron]

η,οι • αυτή,εκείνη

die katze im sack kaufen[phrase]
die ohren spitzen[phrase]
die segel streichen[phrase]
dieb[n]

κλέφτης,ληστής

diebstahl[n]

κλοπή,ληστεία

diele[n]

προθάλαμος,εισόδιο

dienen[v]

εξυπηρετώ,εκπληρώνω μια λειτουργία

dienst[n]

βάρδια,υπηρεσία

dienstag[n]

Τρίτη,η δεύτερη ημέρα της εργάσιμης εβδομάδας

dienstkleidung[n]
dienstleistung[n]

υπηρεσία,εξυπηρέτηση

dies[det][pron]

αυτός,αυτή • αυτό

diesel[n]

ντίζελ

diesmal[adv]

αυτή τη φορά,αυτήν τη φορά

differenz[n]

διαφορά,απόκλιση

differenzieren[v]

διαφοροποιώ,διακρίνω

differenziert[adj]
differenzierung[n]
digital[adj]

ψηφιακός,αριθμητικός

digitalisierung[n]
digitalisierungsschub[n]
digitalkamera[n]
diktatur[n]

δικτατορία,αυταρχικό καθεστώς

dilemma[n]
dilettant[n]

διληττάντης,ερασιτέχνης

dill[n]
ding[n]

πράγμα,αντικείμενο

dinkel[n]
diplom[n]

δίπλωμα,πτυχίο σπουδών

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή