Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le van aménagé
01
véhicule équipé pour dormir, cuisiner et voyager de façon autonome
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ils voyagent à travers l'Europe dans un van aménagé.
LanGeek



























