l'eyeliner
Pronunciation
/ˈajlajnœʁ/

Ορισμός και σημασία του "eyeliner"στα γαλλικά

01

αιλάινερ, μολύβι ματιών

produit utilisé pour dessiner un trait le long des cils afin de souligner et définir le regard, disponible en liquide, gel ou crayon
l'eyeliner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
eyeliners
Παραδείγματα
L' eyeliner peut être utilisé pour créer différents styles, comme le « cat eye ».
Το eyeliner μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία διαφορετικών στυλ, όπως το «cat eye».
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store