Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le beurre corporel
01
βούτυρο σώματος, κρέμα σώματος
produit épais et riche en agents hydratants, appliqué sur la peau pour nourrir, adoucir et protéger, souvent à base de beurre végétal (karité, cacao…)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
beurres corporels
Παραδείγματα
Le beurre corporel laisse la peau douce et nourrie.
Το βούτυρο σώματος αφήνει το δέρμα απαλό και θρεμμένο.



























